Αυτονομία – Συντροφικότητα

Οι έννοιες της αυτονομίας και της συντροφικότητας  είναι πολύ κομβικές στη σχέση του ζευγαριού τόσο στα ετερόφυλα όσο και στα ομόφυλα/queer μονογαμικά ζευγάρια.

 

Πρόκειται για έννοιες που περιγράφουν σημαντικές ανάγκες των συντρόφων, οι οποίες χρειάζονται συνεχή και ισορροπημένη φροντίδα και από τις δύο πλευρές. Τι ορίζεται όμως ως αυτονομία και τι ως συντροφικότητα;

 

Ο ορισμός της Αυτονομίας

 

Ως αυτονομία ορίζεται “η δύναμη και η θέληση να παίρνει το άτομο τη ζωή στα χέρια του, να ακολουθεί τον δικό του δρόμο, να διακινδυνεύει, να μη χρησιμοποιεί βοήθεια από έξω και συνεπώς να μη δίνει λογαριασμό και να μη λαμβάνει υπόψη του κανέναν” (Bischof, 1994). Η αυτονομία συνδέεται με την αίσθηση ότι έχω δικό μου χώρο και χρόνο. Συνδέεται με την διαπροσωπική απόσταση. Σημαίνει αναγνωρίζω τις ανάγκες μου και τις φροντίζω παίρνοντας τη ζωή στα χέρια μου.

 

Η αυτονομία είναι μια διεργασία ζωής και όχι ένα στάδιο που κατακτιέται κάποια στιγμή και μετά τέλος. Βέβαια το να “μη δίνω λογαριασμό και να μη λαμβάνω υπόψη μου κανέναν” μπορεί μόνο μέχρι ένα βαθμό να ισχύσει, όταν το άτομο επιλέγει να ζει με άλλους ανθρώπους. Το οποίο μας φέρνει στην ανάγκη της συντροφικότητας.

 

Ο ορισμός της Συντροφικότητας

 

Ως συντροφικότητα ορίζεται η διάθεση για επαφή, για σχέση με ένα γνώριμο πρόσωπο. Υπάρχει προτίμηση προς ένα συγκεκριμένο άτομο με το οποίο υπάρχει αμοιβαία εξοικείωση. Η προτίμηση αυτή έχει ως χαρακτηριστικό της, ότι ξεπερνάει τα όρια της σεξουαλικότητας. Η συντροφικότητα συνδέεται με την εγγύτητα, το πλησίασμα, τη συναισθηματική επαφή, το αίσθημα ότι ανήκω κάπου, ότι μοιράζομαι πράγματα με ένα οικείο άτομο.

 

Έχει σημασία να διαχωριστεί η έννοια της συντροφικότητας από την έννοια της εξάρτησης (ανάγκη για βοήθεια) και από αυτή της κοινωνικότητας (ανάγκη για παρέα).

 

Τύποι συντροφικών σχέσεων

 

Εντός του δίπολου Αυτονομία – Συντροφικότητα διακρίνονται τρεις βασικοί τύποι συντροφικών σχέσεων (Βιργινία Ιωαννίδου, 2012).

 

  • Ζευγάρια που εστιάζουν και ικανοποιούν μονομερώς τη μία ή την άλλη ανάγκη.
  • Ζευγάρια που βρίσκονται σε πόλωση
  • Ζευγάρια που ικανοποιούν με ισορροπία και τις δύο ανάγκες.

 

1ος τύπος

 

Εδώ συναντάμε δύο υποκατηγορίες. Τα ζευγάρια που ικανοποιούν μόνο την ανάγκη της συντροφικότητας. Και τα ζευγάρια που εστιάζουν μόνο στην ανάγκη της αυτονομίας.

 

Μόνο συντροφικότητα

 

Η μονόπλευρη επικέντρωση μόνο στην συντροφικότητα αποτυπώνεται γλαφυρά στην έκφραση “δε μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα”. Υπάρχει μια συνεχής αλληλεξάρτηση, η οποία φαίνεται στον άκαμπτο διαμερισμό των ευθυνών. Π.χ. το ένα μέλος εξασφαλίζει την οικονομική επιβίωση και απομακρύνεται από παιδιά, συγγενείς, φίλους. Ενώ το άλλο μέλος αναλαμβάνει την οικογένεια, το νοικοκυριό, τις σχέσεις με τον έξω κόσμο. Χαρακτηριστικό εδώ είναι ότι σε βασικά ζητήματα/αποφάσεις κανένα μέλος της σχέσης δε μπορεί να λειτουργήσει χωρίς το άλλο.

 

Αυτός ο τύπος σχέσης απαντάται συχνά στα ζευγάρια που εργάζονται μαζί, μοιράζονται τις υποχρεώσεις, έχουν αποκλειστικά μόνο κοινές παρέες και κοινούς στόχους, ταξιδεύουν μαζί κλπ. Το ένα μέλος της σχέσης βιώνει το άλλο ως προέκταση του εαυτού. Τότε αναπόφευκτα το εξιδανικεύει και το φορτώνει με υψηλές προσδοκίες. Έτσι η απογοήτευση είναι θέμα χρόνου να συμβεί, καθώς κανένας άνθρωπος δε μπορεί να καλύψει όλες τις ανάγκες ενός ενήλικου ατόμου.

 

Μόνο αυτονομία

 

Τα ζευγάρια που ικανοποιούν κατά κύριο λόγο την ανάγκη της αυτονομίας ζούνε ως singles μέσα στη σχέση. Το κάθε μέλος έχει την επαγγελματική του σταδιοδρομία με την αντίστοιχη οικονομική ανεξαρτησία, το σπίτι του, τα προσωπικά ενδιαφέροντα, τις παρέες. Οι σύντροφοι περνάνε κοινό χρόνο, έχουν κοινές δραστηριότητες, αλλά δεν μιλούν σε βάθος για την προσωπική τους ζωή. Μέχρι εδώ αυτή η δυναμική δεν εμπεριέχει τίποτα δυνητικά προβληματικό.

 

Οι δυσκολίες αρχίζουν, όταν οι σύντροφοι ασπάζονται μεν την αυτονομία ως ιδανική συνθήκη σχέσης, όμως επιζητούν κατά βάθος ασφάλεια και εμπιστοσύνη. Τότε μιλάμε για ποιότητες που μπορούν να βιωθούν μόνο με μεγαλύτερη δέσμευση και περισσότερο μοίρασμα. Αυτή η διαφορά γεννά εντάσεις, απογοητεύσεις, συγκρούσεις.

 

 

2ος τύπος

 

Ο δεύτερος τύπος συντροφικής σχέσης αφορά ζευγάρια, όπου το κάθε μέλος έχει μετακινηθεί προς έναν πόλο. Το ένα μέλος έχει πολωθεί στην ανάγκη της αυτονομίας και το άλλο μέλος στην ανάγκη της συντροφικότητας.

 

Αντιπροσωπευτικό παράδειγμα εδώ είναι τα ζευγάρια που και οι δύο εργάζονται και η μία πλευρά έχει προσωπικά ενδιαφέροντα, παρέες, ενώ η άλλη πλευρά υπερασπίζεται συνεχώς την οικογένεια, τις κοινές δραστηριότητες, το μαζί εν γένει. Το ένα μέλος φροντίζει για την απόσταση στη σχέση και οποιοδήποτε πλησίασμα από την πλευρά μπορεί να βιώνεται ασφυκτικό. Ενώ το άλλο μέλος φροντίζει για την προσέγγιση και ερμηνεύει οποιαδήποτε ατομική δραστηριότητα του/της συντρόφου ως ένδειξη αδιαφορίας προ το ίδιο.  

 

Η παραπάνω πόλωση προκύπτει συχνά μετά από μια μακροχρόνια συντροφική σχέση, όπου και τα δύο μέλη ικανοποιούσαν αποκλειστικά την ανάγκη για ασφάλεια και συντροφικότητα. Σε αυτή τη νέα φάση κανείς από τους δύο συντρόφους δεν τολμάει να πάει προς τη μεριά του άλλου δηλ. να προσεγγίσει την άλλη ανάγκη. Ο/η σύντροφος που πάντα φροντίζει την απόσταση και την αυτονομία, φοβάται ότι, αν πλησιάσει, “θα γυρίσουν στην παλιά κατάσταση”. Ενώ ο/η σύντροφος που προσκολλάται φοβάται, ότι, αν απομακρυνθεί, θα διαλυθεί η σχέση. Έτσι δημιουργείται αίσθημα αδιεξόδου, εντάσεις και συγκρούσεις.

 

 

3ος τύπος

 

Εδώ υπάρχει η ιδανική ισορροπία. Ο τύπος αυτός αναφέρεται σε ζευγάρια που δίνουν χώρο για την ικανοποίηση τόσο της ανάγκης της αυτονομίας όσο και της ανάγκης της συντροφικότητας. Η έκφραση της μιας ή της άλλης ανάγκης δεν βιώνεται ως απειλή. Υπάρχουν κοινές αλλά και ατομικές δραστηριότητες. Η αυτονομία δεν βιώνεται ως αδιαφορία και η συντροφικότητα δεν είναι εξάρτηση. Οι σύντροφοι κινούνται ανάμεσα στους δύο πόλους χωρίς εντάσεις.

 

 

 

Πηγή: 

Βιργινία Ιωαννίδου. Η τέχνη της Συντροφικής Ζωής - Μια συστημική προσέγγιση. Εκδόσεις "γνώση" (2012).