Articles of interest (in Greek)

Ξαναγύρισα στην ψυχολόγο μου. Έχω πισωγύρισμα;

Πολλές φορές οι θεραπευόμενοι μας επιστρέφουν στην πολυθρόνα των συνεδριών, παρότι έχει ολοκληρωθεί στο παρελθόν η ψυχοθεραπεία που ακολουθούσαν.

 

Συχνά έρχονται με τον προβληματισμό, μήπως κάνουν ένα πισωγύρισμα, μήπως η θεραπεία τελικά δε βοήθησε ή μήπως έχουν μια μορφή εξάρτησης από τη θεραπευτική σχέση. Οι λόγοι που μπορεί κανείς να αισθανθεί την ανάγκη να συναντήσει ξανά την ψυχολόγο του είναι ποικίλοι. Όπως επίσης διαφοροποιημένη είναι και η ένδειξη έναρξης ή μη νέας ψυχοθεραπείας.


Όταν μια ψυχοθεραπεία φτάνει στο τέλος της, ο θεραπευόμενος πατάει ξανά στα πόδια του. Έχει ασχοληθεί με ότι τον απασχολούσε κατά την έναρξη της θεραπείας, έχει θέσει τους δικούς του θεραπευτικούς στόχους και έχει δουλέψει πάνω σε αυτούς μαζί με βοήθεια της ψυχοθεραπεύτριας του. Στη φάση της ολοκλήρωσης της θεραπείας έχει στα χέρια του μια καλή «εργαλειοθήκη» και ξέρει πώς να χρησιμοποιήσει τα εργαλεία της. Έχει μάθει να αντιμετωπίζει στον καλύτερο δυνατό βαθμό τις εσωτερικές και εξωτερικές δυσκολίες που παρουσιάζονται, ξέρει τα δυνατά και αδύνατα σημεία του, εκτιμά και βασίζεται στους σημαντικούς ανθρώπους στη ζωή του.


Η επιστροφή στη θεραπευτική πολυθρόνα μπορεί να σηματοδοτεί μια καινούρια φάση έχοντας προηγηθεί μια σημαντική απόφαση για την οποία το άτομο αισθάνεται την ανάγκη υποστήριξης. Οι σημαντικές αποφάσεις είναι πολύ φυσιολογικό να συνοδεύονται από θετικά συναισθήματα, αλλά και από αισθήματα ανησυχίας, αμφιβολίας, αμφιθυμίας, ανασφάλειας. Π.χ. η απόφαση συμβίωσης σε μια σχέση, η επιθυμία ή η απόκτηση παιδιών, η μετεγκατάσταση σε άλλη πόλη/χώρα διαμονής. Στη φάση αυτή μπορεί να υπάρξει εκ νέου ένας σύντομος αριθμός συνεδριών με στόχο την αποσαφήνιση των δύσκολων συναισθημάτων και την εμβάθυνση στα τυφλά σημεία που μπορεί να ακουμπάνε στον ψυχισμό του ατόμου.


Ένας άλλος λόγος επιστροφής μπορεί να είναι ένα ξαφνικό γεγονός από το οποίο προκύπτει μια προσωπική κρίση. Π.χ. η απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου, η είσοδος στην ανεργία, ο χωρισμός από μία σχέση συμβίωσης/γάμου. Η ισορροπία και η καθημερινή ροή της ζωής διαταράσσονται και το άτομο αισθάνεται, ότι χάνεται η ζωή κάτω από τα πόδια του. Η ψυχοθεραπεύτρια τότε είναι εκεί για να αντέξει μαζί με την πελάτισσα της τη δύσκολη φάση που περνάει. Θα εστιάσει μαζί της στα συναισθήματα που την κατακλύουν, θα της δώσει χώρο και χρόνο για να τα εκφράσει και θα αναζητήσουν μαζί τη νέα ισορροπία που είναι απαραίτητη στη μεταβατική περίοδο αλλαγών. Εκεί μπορεί να χρειαστεί να ανοίξει ένας νέος κύκλος θεραπείας, καθώς αναδύονται νέες, άγνωστες πτυχές στον ψυχισμό. Η θεραπεία θα είναι και πάλι ο καταλύτης για να σκύψει το άτομο με υπομονή και φροντίδα στον εαυτό του, έτσι ώστε να υπάρξει αποδοχή της νέας κατάστασης, αλλά και μια νέα λειτουργική στάση στην αντιμετώπιση της προσωπικής κρίσης. Η ψυχοθεραπεύτρια γίνεται για άλλη μια φορά και για όσο χρειαστεί συνοδοιπόρος προσφέροντας στην πελάτισσα της τη δυνατότητα αυτογνωσίας που χρειάζεται για να συνεχίσει.


Τέλος η αναζήτηση εκ νέου του ψυχολόγου μπορεί να σημαίνει επιστροφή σε θέματα που έχουν ανοίξει μεν στην τελευταία θεραπεία, αλλά το άτομο δεν ήταν έτοιμο στη δεδομένη χρονική στιγμή να τα ανασύρει στην επιφάνεια, να τα αποδεχτεί και να δουλέψει με τον εαυτό του πάνω σε αυτά. Σε τέτοιες περιπτώσεις έχουμε συνήθως να κάνουμε με πιο βαθιά ζητήματα που όχι σπάνια εμπεριέχουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο τραυματικές εμπειρίες, όπως βιώματα ψυχικής ή σωματικής κακοποίησης, παιδικά βιώματα απειλής ή βίαιης αφαίρεσης της ζωής αγαπημένου προσώπου μπροστά στα παιδικά μάτια, πρόωρος θάνατος γονιού ή μέλους της οικογένειας από ασθένεια/ατύχημα. Εδώ σίγουρα ξεκινάει ένας 2ος κύκλος ψυχοθεραπείας, όπου θα χρειαστεί χρόνος και υπομονή και από τις δύο πλευρές και κυρίως εμπιστοσύνη στη διαδικασία και στη θεραπευτική σχέση.


Σε καμία από τις παραπάνω περιπτώσεις δε μπορούμε να μιλήσουμε για πισωγύρισμα, όταν το άτομο επιστρέφει σε θεραπευτική συνεδρία με την ψυχολόγο του. Αντιθέτως η επιστροφή δείχνει, ότι ο ενδιαφερόμενος βρίσκεται σε επαφή με τον εαυτό του και τα συναισθήματα του αναγνωρίζοντας ότι η παρέμβαση του ειδικού είναι απαραίτητη και κυρίως αναντικατάστατη.